άβαφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άβαφος άβαφη άβαφο
γενική άβαφου άβαφης άβαφου
αιτιατική άβαφο άβαφη άβαφο
κλητική άβαφε άβαφη άβαφο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβαφοι άβαφες άβαφα
γενική άβαφων άβαφων άβαφων
αιτιατική άβαφους άβαφες άβαφα
κλητική άβαφοι άβαφες άβαφα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβαφος < α- (στερητικό) + βάφω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβαφος -η -ο

  • που δε βάφτηκε, ο μη βαμμένος
αυτός ο τοίχος έμεινε άβαφος
  • που δε φτιασιδώθηκε, ο μη μακιγιαρισμένος.
μερικές γυναίκες είναι πιο ωραίες όταν είναι άβαφες

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]