Μετάβαση στο περιεχόμενο

άβαφτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άβαφτος η άβαφτη το άβαφτο
      γενική του άβαφτου της άβαφτης του άβαφτου
    αιτιατική τον άβαφτο την άβαφτη το άβαφτο
     κλητική άβαφτε άβαφτη άβαφτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άβαφτοι οι άβαφτες τα άβαφτα
      γενική των άβαφτων των άβαφτων των άβαφτων
    αιτιατική τους άβαφτους τις άβαφτες τα άβαφτα
     κλητική άβαφτοι άβαφτες άβαφτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άβαφτος < ελληνιστική κοινή ἄβαπτος[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.va.ftos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άβαφτος

Επίθετο

[επεξεργασία]

άβαφτος, -η, -ο

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • άβαφος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)