άβυθος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἄβυθος, αβυθομέτρητος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άβυθος άβυθη άβυθο
γενική άβυθου άβυθης άβυθου
αιτιατική άβυθο άβυθη άβυθο
κλητική άβυθε άβυθη άβυθο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άβυθοι άβυθες άβυθα
γενική άβυθων άβυθων άβυθων
αιτιατική άβυθους άβυθες άβυθα
κλητική άβυθοι άβυθες άβυθα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άβυθος < αρχαία ελληνική ἄβυθος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άβυθος

  1. (λόγιο) που το βάθος του είναι μεγάλο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άπατος, απύθμενος
  2. (μεταφορικά) (λόγιο) που εκτείνεται σε μεγάλη έκταση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ατελείωτος, απέραντος, αμέτρητος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]