άβυσσος άβυσσον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

άβυσσος άβυσσον (επικαλείται): το ένα λάθος οδηγεί μοιραία & σε άλλο λάθος, το ένα κακό ακολουθεί σειρά πολλών άλλων κακών. Παλαιά Διαθήκη. Ν.Κ.Γ