άγαρ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Τρυβλίο Πέτρι με άγαρ για καλλιέργεια μικροβίων

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγαρ < ἄγαρ και ἀγάρ-ἀγάρ στην καθαρεύουσα < agar

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγαρ ουδέτερο

  • (βιολογία): σύνθετος πολυσακχαρίτης που παράγεται από θαλάσσια φύκη (ροδοφύκη) και ο οποίος χρησιμοποιείται σε μορφή ζελέ σαν στερεοποιητικός παράγοντας ευρύτατα (στην οδοντοτεχνία, στην ηλεκτροχημεία, στην εντομολογία κ.α.) και ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε στην ευρωπαϊκή αγορά τον 17ο αιώνα προερχόμενος από Κίνα και Ιαπωνία
  • θρεπτικό άγαρ στη μικροβιολογία, για την ανάπτυξη βακτηρίων ώστε να ανιχνευθεί η τυχόν ύπαρξη (και ποιών) μικροβίων σε ένα δειγμα
  • το άγαρ Gracilaria (από το είδος Gracilariaceae των ροδόφυτων) αξιοποιείται στη βιομηχανία τροφίμων




32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]