Μετάβαση στο περιεχόμενο

άγαρμπος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άγαρμπος η άγαρμπη το άγαρμπο
      γενική του άγαρμπου της άγαρμπης του άγαρμπου
    αιτιατική τον άγαρμπο την άγαρμπη το άγαρμπο
     κλητική άγαρμπε άγαρμπη άγαρμπο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άγαρμποι οι άγαρμπες τα άγαρμπα
      γενική των άγαρμπων των άγαρμπων των άγαρμπων
    αιτιατική τους άγαρμπους τις άγαρμπες τα άγαρμπα
     κλητική άγαρμποι άγαρμπες άγαρμπα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άγαρμπος < ά- + γάρμπ(ος) (κομψότητα) + -ος < ιταλική garbo[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.ɣaɾ.bos/
τυπογραφικός συλλαβισμός : ά‐γαρ‐μπος

Επίθετο

[επεξεργασία]

άγαρμπος -η -ο

  1. άκομψος, κακοφτιαγμένος
    παράδειγμα άγαρμπο σώμα
  2. άχαρος, αδέξιος, άτσαλος
    ※  20ός/21ος αιώνας ⌘ Αύγουστος Κορτώ, 1979‑ Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδόσεις: Πατάκη, 2024
    Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα.
  3. ανάρμοστος, άξεστος
    παράδειγμα έχει άγαρμπη συμπεριφορά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]