άγαρμπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άγαρμπος άγαρμπη άγαρμπο
γενική άγαρμπου άγαρμπης άγαρμπου
αιτιατική άγαρμπο άγαρμπη άγαρμπο
κλητική άγαρμπε άγαρμπη άγαρμπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άγαρμποι άγαρμπες άγαρμπα
γενική άγαρμπων άγαρμπων άγαρμπων
αιτιατική άγαρμπους άγαρμπες άγαρμπα
κλητική άγαρμποι άγαρμπες άγαρμπα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγαρμπος < α- + γάρμπ(ος) (=κομψότητα, -ος < ιταλική garbo), δηλαδή αυτός που δεν είναι κομψός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άγαρμπος -η -ο

  1. άκομψος, κακοφτιαγμένος
    άγαρμπο σώμα
  2. άχαρος, αδέξιος, άτσαλος
    ο τρόπος που περπατάει είναι άγαρμπος
  3. ανάρμοστος, άξεστος
    έχει άγαρμπη συμπεριφορά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]