Μετάβαση στο περιεχόμενο

άγαρμπος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άγαρμπος η άγαρμπη το άγαρμπο
      γενική του άγαρμπου της άγαρμπης του άγαρμπου
    αιτιατική τον άγαρμπο την άγαρμπη το άγαρμπο
     κλητική άγαρμπε άγαρμπη άγαρμπο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άγαρμποι οι άγαρμπες τα άγαρμπα
      γενική των άγαρμπων των άγαρμπων των άγαρμπων
    αιτιατική τους άγαρμπους τις άγαρμπες τα άγαρμπα
     κλητική άγαρμποι άγαρμπες άγαρμπα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άγαρμπος < ά- + γάρμπ(ος) (κομψότητα) + -ος < ιταλική garbo[1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.ɣaɾ.bos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άγαρμπος

Επίθετο

[επεξεργασία]

άγαρμπος -η -ο

  1. άκομψος, κακοφτιαγμένος
    παράδειγμα άγαρμπο σώμα
  2. άχαρος, αδέξιος, άτσαλος
      Απορώ με τη χαζομάρα του, να κάνει τέτοιο άγαρμπο πέσιμο, δεξιά και αριστερά - γιατί προφανώς δεν είμαι η μόνη που έχει δει την καρπερή μαλαπέρδα. (Αύγουστος Κορτώ, Το σεξ και πώς να το αποφύγετε, εκδ. Πατάκη, 2024)
  3. ανάρμοστος, άξεστος
    παράδειγμα έχει άγαρμπη συμπεριφορά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • άγαρμπος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)