Μετάβαση στο περιεχόμενο

άγγελος του ελέους

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άγγελος του ελέους οι άγγελοι του ελέους
      γενική του αγγέλου &
άγγελου του ελέους
των αγγέλων του ελέους
    αιτιατική τον άγγελο του ελέους τους αγγέλους του ελέους
     κλητική άγγελε του ελέους άγγελοι του ελέους
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άγγελος του ελέους <  δείτε τις λέξεις άγγελος και έλεος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈaŋ.ɟe.los tu‿eˈle.us/

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

άγγελος του ελέους αρσενικό

  • (μεταφορικά) άτομο το οποίο παρέχει βοήθεια χωρίς αυτό να είναι αναμενόμενο
    παράδειγμα Όταν η Μαρία έφερε φαγητό και φάρμακα στους πλημμυροπαθείς, όλοι την αποκάλεσαν άγγελο του ελέους για την ανιδιοτελή της προσφορά.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • άγγελος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)