άγγιξαν

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

άγγιξαν

  1. γ' πληθυντικό οριστικής αορίστου του ρήματος αγγίζω