άγημα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγημα αγήματα
γενική αγήματος αγημάτων
αιτιατική άγημα αγήματα
κλητική άγημα αγήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγημα < αρχαία ελληνική ἄγημα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.ʝi.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγημα ουδέτερο

  • στρατιωτικό τμήμα στο οποίο ανατίθεται κάποια αποστολή εν καιρώ πολέμου ή ειρήνης (παρέλαση, απόδοση τιμών)
  1. Πλησιάζει να πέσει ο ήλιος και ένα μικρό άγημα προχωράει για την υποστολή της σημαίας. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  • (αρχ.) i) στην αρχαία Σπάρτη, η στρατιωτική μονάδα μίας (1) μόρας (=μοίρας)
  • (αρχ.) ii) επίλεκτο σώμα του Μακεδονικού στρατού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]