άγια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈa.ʝi.a/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ά‐γι‐α
Επίρρημα
[επεξεργασία]άγια (τροπικό επίρρημα)
- με άγιο, ιερό τρόπο
Έζησε τη ζωή του άγια και ταπεινά, βοηθώντας όποιον είχε ανάγκη χωρίς ποτέ να ζητήσει αντάλλαγμα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] άγια
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]άγια
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του άγιος (και αγία)
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του άγιος
Πηγές
[επεξεργασία]- άγιος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)