άγκιστρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άγκιστρο τα άγκιστρα
      γενική του αγκίστρου
& άγκιστρου
των αγκίστρων
& άγκιστρων
    αιτιατική το άγκιστρο τα άγκιστρα
     κλητική άγκιστρο άγκιστρα
όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγκιστρο < αρχαία ελληνική ἄγκιστρον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγκιστρο ουδέτερο

  1. ο γάντζος
  2. (τυπογραφία, μαθηματικά, προγραμματισμός) καθένα από τα σύμβολα { και }
    Υπερώνυμα: σημείο στίξεως

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]