άγουρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άγουρος άγουρη άγουρο
γενική άγουρου άγουρης άγουρου
αιτιατική άγουρο άγουρη άγουρο
κλητική άγουρε άγουρη άγουρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άγουροι άγουρες άγουρα
γενική άγουρων άγουρων άγουρων
αιτιατική άγουρους άγουρες άγουρα
κλητική άγουροι άγουρες άγουρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος

Επίθετο[επεξεργασία]

άγουρος -η -ο

  1. (για φρούτα και καρπούς) που δεν έχει ακόμη ωριμάσει
     συνώνυμα: αγίνωτος, ανώριμος, άωρος, πρόωρος, πρώιμος
  2. (για πρόσωπα) που δεν έχει ολοκληρωθεί, που δεν έχει πείρα
     συνώνυμα: άπειρος, ανώριμος
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει αναπτυχθεί, δεν έχει ολοκληρωθεί
     συνώνυμα: ανολοκλήρωτος, ανώριμος, πρόωρος, πρώιμος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγουρος αρσενικό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]