άγουρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άγουρος άγουρη άγουρο
γενική άγουρου άγουρης άγουρου
αιτιατική άγουρο άγουρη άγουρο
κλητική άγουρε άγουρη άγουρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άγουροι άγουρες άγουρα
γενική άγουρων άγουρων άγουρων
αιτιατική άγουρους άγουρες άγουρα
κλητική άγουροι άγουρες άγουρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγουρος < μεσαιωνική ελληνική άγουρος < αρχαία ελληνική ἄωρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άγουρος -η -ο

  1. (για φρούτα και καρπούς) που δεν έχει ακόμη ωριμάσει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγίνωτος, ανώριμος, άωρος, πρόωρος, πρώιμος
  2. (για πρόσωπα) που δεν έχει ολοκληρωθεί, που δεν έχει πείρα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άπειρος, ανώριμος
  3. (μεταφορικά) που δεν έχει αναπτυχθεί, δεν έχει ολοκληρωθεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανολοκλήρωτος, ανώριμος, πρόωρος, πρώιμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγουρος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]