άγχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγχος άγχη
γενική άγχους αγχών
αιτιατική άγχος άγχη
κλητική άγχος άγχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άγχος < αρχαία ελληνική ἄγχω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈaŋ.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άγχος ουδέτερο

  • ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές φορές αόριστη, κάτι που μπορεί να εξελιχτεί και σε μόνιμη ψυχοπαθολογική κατάσταση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]