άγχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άγχος άγχη
γενική άγχους αγχών
αιτιατική άγχος άγχη
κλητική άγχος άγχη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγχος < αρχαία ελληνική ἄγχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaŋ.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άγχος ουδέτερο

  • ψυχοσωματική κατάσταση κατά την οποία το άτομο νιώθει πίεση από το βάρος των υποχρεώσεών του, φόβο και ανησυχία, πολλές φορές αόριστη, κάτι που μπορεί να εξελιχτεί και σε μόνιμη ψυχοπαθολογική κατάσταση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]