άγω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἄγω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άγω < αρχαία ελληνική ἄγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂eǵ- (ἄγω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

άγω παθητικό άγομαι

  1. (λόγιο) οδηγώ
    τα έγγραφα αυτά μας άγουν στο εξής συμπέρασμα
  2. (φυσική) λειτουργώ ως αγωγός, επιτρέπω τη δίοδο της θερμότητας ή του ηλεκτρικού ρεύματος
    τα μέταλλα άγουν τη θερμότητα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • άγομαι και φέρομαι: δεν έχω δική μου βούληση, με κατευθύνουν οι άλλοι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]