άδροσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άδροσος < α- + δρόσος

Επίθετο[επεξεργασία]

άδροσος

  • αυτός που στερείται δροσιάς

Μεταφράσεις[επεξεργασία]