άεργος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άεργος άεργη άεργο
γενική άεργου άεργης άεργου
αιτιατική άεργο άεργη άεργο
κλητική άεργε άεργη άεργο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άεργοι άεργες άεργα
γενική άεργων άεργων άεργων
αιτιατική άεργους άεργες άεργα
κλητική άεργοι άεργες άεργα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άεργος < ελληνιστική κοινή ἄεργος < α- στερητικό + έργο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άεργος, -η, -ο

  1. που παραμένει (συχνά από επιλογή) χωρίς εργασία, χωρίς να απασχολείται με κάτι
  2. ο χασομέρης
  3. (φυσική): αυτός που δεν παράγει έργο
    άεργος συνιστώσα, άεργο ρεύμα, άεργος ισχύς, άεργος συντελεστής

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη άεργος σημαίνει εκείνον που γενικά δεν έχει εργασία ή ασχολία ενώ η λέξη άνεργος προσδιορίζει εκείνον που αναζητεί εργασία αλλά δεν βρίσκει


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]