άεργος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άεργος άεργη άεργο
γενική άεργου άεργης άεργου
αιτιατική άεργο άεργη άεργο
κλητική άεργε άεργη άεργο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άεργοι άεργες άεργα
γενική άεργων άεργων άεργων
αιτιατική άεργους άεργες άεργα
κλητική άεργοι άεργες άεργα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άεργος < ελληνιστική κοινή ἄεργος < α- στερητικό + έργο

Επίθετο[επεξεργασία]

άεργος, -η, -ο

  1. που παραμένει (συχνά από επιλογή) χωρίς εργασία, χωρίς να απασχολείται με κάτι
  2. ο χασομέρης
  3. (φυσική): αυτός που δεν παράγει έργο
    άεργος συνιστώσα, άεργο ρεύμα, άεργος ισχύς, άεργος συντελεστής

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Η λέξη άεργος σημαίνει εκείνον που γενικά δεν έχει εργασία ή ασχολία ενώ η λέξη άνεργος προσδιορίζει εκείνον που αναζητεί εργασία αλλά δεν βρίσκει


Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]