άθεος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άθεος άθεη άθεο
γενική άθεου άθεης άθεου
αιτιατική άθεο άθεη άθεο
κλητική άθεε άθεη άθεο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άθεοι άθεες άθεα
γενική άθεων άθεων άθεων
αιτιατική άθεους άθεες άθεα
κλητική άθεοι άθεες άθεα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άθεος < αρχαία ελληνική ἄθεος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άθεος, -η, -ο

  1. (σύγχρονος ορισμός) που δεν πιστεύει ότι υπάρχει θεός
    άθεος επιστήμονας
  2. (μεταφορικά - αρχαϊκά κυριολεκτικά) άπιστος, αμαρτωλός
  3. (μειωτικά), (απαξιωτικά) που απορρίπτει συνειδητά τον θεό (ως κατηγορία από μη αθέους)
    πριν μπεις στο αεροπλάνο άθεος, κατά την πτώση θεϊστής, μετά την συντριβή θρησκευτικά αδιάφορος

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άθεος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]