άθεος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | άθεος | η | άθεη | το | άθεο |
| γενική | του | άθεου | της | άθεης | του | άθεου |
| αιτιατική | τον | άθεο | την | άθεη | το | άθεο |
| κλητική | άθεε | άθεη | άθεο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | άθεοι | οι | άθεες | τα | άθεα |
| γενική | των | άθεων | των | άθεων | των | άθεων |
| αιτιατική | τους | άθεους | τις | άθεες | τα | άθεα |
| κλητική | άθεοι | άθεες | άθεα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άθεος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄθεος.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈa.θe.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ά‐θε‐ος
Επίθετο
[επεξεργασία]άθεος, -η, -ο
- (θρησκεία) που δεν πιστεύει ή αρνείται την ύπαρξη θεού
άθεος επιστήμονας- ≈ συνώνυμα: αθεϊστής, αθεόφοβος, αρνησίθεος
- ≠ αντώνυμα: θεοσεβής, θεοφοβούμενος
- (μεταφορικά, μειωτικό) άπιστος, αμαρτωλός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] που δεν πιστεύει
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άθεος αρσενικό (θηλυκό άθεη)
- (θρησκεία) αυτός που δεν πιστεύει ή αρνείται την ύπαρξη θεού, που υποστηρίζει αθεϊστικές θεωρίες
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αυτός που δεν πιστεύει
|
Πηγές
[επεξεργασία]- άθεος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- άθεος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)