Μετάβαση στο περιεχόμενο

άκαμπτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άκαμπτος η άκαμπτη το άκαμπτο
      γενική του άκαμπτου της άκαμπτης του άκαμπτου
    αιτιατική τον άκαμπτο την άκαμπτη το άκαμπτο
     κλητική άκαμπτε άκαμπτη άκαμπτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άκαμπτοι οι άκαμπτες τα άκαμπτα
      γενική των άκαμπτων των άκαμπτων των άκαμπτων
    αιτιατική τους άκαμπτους τις άκαμπτες τα άκαμπτα
     κλητική άκαμπτοι άκαμπτες άκαμπτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άκαμπτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄκαμπτος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.kam.ptos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άκαμπτος

Επίθετο

[επεξεργασία]

άκαμπτος, -η, -ο

  1. που δεν λυγίζει εύκολα
  2. (μεταφορικά) που δεν υποχωρεί εύκολα από ψυχικές πιέσεις
     συνώνυμα: αδιάλλακτος
  3. (μεταφορικά) που είναι δύσκολο ή αδύνατον να προσαρμοστεί
      Η Επιτροπή δεν μπορεί επίσης να δεχθεί την τροπολογία 6 διότι καθιστά άκαµπτη και γραφειοκρατικοποιεί τη διάδραση μεταξύ του Οργανισμού και των εθνικών αρχών ασφαλείας και έρευνας (Γνωμοδότηση της (Ευρωπαϊκής) Επιτροπής για τη δεύτερη δέσμη μέτρων για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, Bρυξέλλες, 26/11/2003 )

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]