Μετάβαση στο περιεχόμενο

άκληρεσα

Από Βικιλεξικό

Ποντιακά (pnt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άκληρεσα < α- + κλήρος

Επίθετο

[επεξεργασία]

άκληρεσα θηλυκό

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Ποντιακό Λεξικό, www.pontosnews.gr, 12/02/2020