άκλιτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άκλιτος < α- στερητικό + κλίνω + -τος

Επίθετο[επεξεργασία]

άκλιτος

  • για λέξη που δεν κλίνεται
    αρκετές ελληνικές λέξεις αγγλικής προέλευσης είναι άκλιτες
  • για γραμματική κατηγορία λέξεων που δεν κλίνονται και είναι: η πρόθεση, το επίρρημα, ο σύνδεσμος, και το επιφώνημα.
    στα ελληνικά οι προθέσεις είναι άκλιτες, ενώ στα ιρλανδικά, όταν ακολουθούνται από προσωπική αντωνυμία, συγχέονται με αυτήν και θεωρούνται κλιτές
  • για γλώσσα χωρίς κλιτικό σύστημα
    τα κινέζικα είναι άκλιτη γλώσσα

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]