άκυρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άκυρος άκυρη άκυρο
γενική άκυρου άκυρης άκυρου
αιτιατική άκυρο άκυρη άκυρο
κλητική άκυρε άκυρη άκυρο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άκυροι άκυρες άκυρα
γενική άκυρων άκυρων άκυρων
αιτιατική άκυρους άκυρες άκυρα
κλητική άκυροι άκυρες άκυρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άκυρος < αρχαία ελληνική ἄκυρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άκυρος

  • που έγινε κατά παράβαση κάποιων κανόνων ή χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες και γι' αυτό το λόγο θεωρείται ως μη γενόμενος
το γκολ ήταν άκυρο αφού ο παίκτης ήταν σε θέση οφσάιντ

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]