άλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επιφώνημα
[επεξεργασία]άλα
- (οικείο, λαϊκότροπο) επιφώνημα μεγάλου κεφιού
- (οικείο, λαϊκότροπο) μπράβο
Σημειώσεις
[επεξεργασία]- συχνά συνοδεύεται και από τις προσωπικές αντωνυμίες του/της/τους ενώ σε διάφορες ντοπιολαλιές συνοδεύεται και από το "τσι"
- προφορικά, η προσθήκη του "της" (ή "τις" ή "τσι") είναι απρόσωπη και λέγεται και για αρσενικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] άλα
|
|