Μετάβαση στο περιεχόμενο

άλα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: άλλα, α λα, αλλά, αλά

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άλα < βενετική ala

Επιφώνημα

[επεξεργασία]

άλα

  1. (οικείο, λαϊκότροπο) επιφώνημα μεγάλου κεφιού
  2. (οικείο, λαϊκότροπο) μπράβο

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • συχνά συνοδεύεται και από τις προσωπικές αντωνυμίες του/της/τους ενώ σε διάφορες ντοπιολαλιές συνοδεύεται και από το "τσι"
    • προφορικά, η προσθήκη του "της" (ή "τις" ή "τσι") είναι απρόσωπη και λέγεται και για αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]