άλειμμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἄλειμμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άλειμμα αλείμματα
γενική αλείμματος αλειμμάτων
αιτιατική άλειμμα αλείμματα
κλητική άλειμμα αλείμματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλειμμα < αρχαία ελληνική ἄλειμμα < ἀλείφω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άλειμμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού αλείφω
    συνώνυμα: άλειψη, επάλειψη, επίχρισμα, (λάδωμα)
  2. (λαϊκότροπο) λίπος
  3. ψωμί που έχει αλειφθεί για να γίνει πιο γευστικό σαν ορεκτικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]