άλικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

άλικο

  1. άλικος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του άλικος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άλικο άλικα
γενική άλικου άλικων
αιτιατική άλικο άλικα
κλητική άλικο άλικα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άλικο ουδέτερο