άλλοτε

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλλοτε < → λείπει η ετυμολογία

Επίρρημα[επεξεργασία]

άλλοτε

  1. κάποτε, παλιότερα, σε άλλη εποχή
  2. κάποιες φορές (πχ. άλλοτε ... άλλοτε ...)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]