άλμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άλμα τα άλματα
      γενική του άλματος των αλμάτων
    αιτιατική το άλμα τα άλματα
     κλητική άλμα άλματα
όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλμα < αρχαία ελληνική ἅλμα < ἅλλομαι

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άλμα ουδέτερο

  1. η κίνηση ανθρώπου ή ζώου που με μιας βρίσκεται στον αέρα και περνάει πάνω από κάποιο εμπόδιο ή φτάνει σε θέση ψηλότερη από την αρχική ή διανύει μεγάλη σχετικά απόσταση
  2. (μεταφορικά) θεαματική πρόοδος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]