Μετάβαση στο περιεχόμενο

άλμα εις τριπλούν

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άλμα εις τριπλούν τα άλματα εις τριπλούν
      γενική του άλματος εις τριπλούν των αλμάτων εις τριπλούν
    αιτιατική το άλμα εις τριπλούν τα άλματα εις τριπλούν
     κλητική άλμα εις τριπλούν άλματα εις τριπλούν
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

άλμα εις τριπλούν <  δείτε τις λέξεις άλμα, εις και τριπλούν (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική triple jump ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική triple saut[1])

Πολυλεκτικός όρος

[επεξεργασία]

άλμα εις τριπλούν

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. τριπλούν - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα))