άλυσος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η άλυσος οι άλυσοι
      γενική του/της αλύσου
& άλυσου
των αλύσων
    αιτιατική τον/την άλυσο τους/τις αλύσους
     κλητική άλυσε άλυσοι
Ο δεύτερος τύπος της γενικής, μόνο για το αρσενικό.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άλυσος < μεσαιωνική ελληνική ἅλυσος < αρχαία ελληνική ἅλυσις

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.li.sɔs/
συλλαβισμός: ά‐λυ‐σος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άλυσος αρσενικό ή θηλυκό

  1. η αλυσίδα
    • Τράβα καλέ μ' τον άλυσο, τράβα την αλυσίδα,τι όλον κόσμο ανάγειρα και τίποτας δεν βρήκα. (Από το δημοτικό τραγούδι "Του γιοφυριού της Άρτας")
    • ἐνώ η περισφίγγουσα αυτοὺς ανθρωπίνη άλυσος καθίστατο τοσούτω στενή, ώστε και η αναπνοὴ αυτών ήρχιζε να στενοχωρήται (Εμ. Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα, Μέρος Γ
  2. (μαθηματικά)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]