άμβωνας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | άμβωνας | οι | άμβωνες |
| γενική | του | άμβωνα | των | αμβώνων |
| αιτιατική | τον | άμβωνα | τους | άμβωνες |
| κλητική | άμβωνα | άμβωνες | ||
| Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άμβωνας < (ελληνιστική κοινή) ἄμβων
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈaɱ.vo.nas/
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]άμβωνας αρσενικό
- (θρησκεία) υπερυψωμένο βήμα ιεροκήρυκα ή ιερέα σε ναό, όπου ανεβαίνει ο ιεροκήρυκας για το κήρυγμά του ή ο διάκονος για την ανάγνωση του ευαγγελίου
- ※ Άρχισε ο παπα-Γρηγόρης να διαβάζει το Ευαγγέλιο από τον άμβωνα, με τη βαριά φωνή του που έκανε τα τζαμάκια της εκκλησίας να τριζοβολάνε (Άλκη Ζέη, Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου, 1971)
- ※ Δύο από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές αξίες του 20ού αιώνα υπήρξαν ο επαναστάτης με αιτία και ο επαγγελματίας ψυχαγωγός. Όταν ο επαναστάτης είδε την πραγματικότητα να μετατρέπει το όνειρό του σε εφιάλτη, ο επαγγελματίας ψυχαγωγός αναγορεύτηκε ο μόνος αδιαφιλονίκητος σύγχρονος θεός με άμβωνά του την τηλεόραση και λόγο του το δράμα. (ΤΟ ΒΗΜΑ, Reality shows, 2008/11/24/11/2008 *)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- άμβωνας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- άμβωνας - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
- άμβωνας - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας