άμεστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άμεστος άμεστη άμεστο
γενική άμεστου άμεστης άμεστου
αιτιατική άμεστο άμεστη άμεστο
κλητική άμεστε άμεστη άμεστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άμεστοι άμεστες άμεστα
γενική άμεστων άμεστων άμεστων
αιτιατική άμεστους άμεστες άμεστα
κλητική άμεστοι άμεστες άμεστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμεστος < μεσαιωνική ελληνική ἄμεστος < αρχαία ελληνική μεστός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άμεστος, -η, -ο

  1. (σχετικός με καρπούς) που δεν έχει μεστώσει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγίνωτος, άγουρος, αμέστωτος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: γινωμένος, μεστός, μεστωμένος, ώριμος
  2. (σχετικός με πρόσωπα) που δεν έχει ωριμάσει στον σωματικό ή πνευματικό τομέα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ανώριμος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: μεστωμένος, ώριμος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]