άμετρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμετρος < αρχαία ελληνική ἄμετρος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άμετρος

  1. άφθονος
  2. που δεν έχει μέτρο, που δεν έχει όριο, που φτάνει στην υπερβολή
    η άμετρη φιλοδοξία του τον κατέστρεψε τελικά


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]