άμπωτις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άμπωτις < από το αναπίνομαι με πτώση του -α και μετατροπή του ν σε μ προ του π και κατάληξη τριτοκλίτου.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άμπωτις θηλυκό

Η πτώση της στάθμης των υδάτων (τράβηγμα των νερών) που μαζί με το αντίθετός της την πλημμυρίδα συναποτελούν την παλίρροια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Και αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,

μπορεί να ΄ρθώ απ΄ τα πέλαγα με φυρονεριά.

[1]