άμυλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άμυλο άμυλα
γενική αμύλου
& άμυλου
αμύλων
& άμυλων
αιτιατική άμυλο άμυλα
κλητική άμυλο άμυλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άμυλο < μεταγενέστερη ελληνική ἄμυλον < αρχαία ελληνική ἄμυλος < ἀ- (στερητικό) + μύλη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άμυλο ουδέτερο

  1. ένας από τους υδατάνθρακες· μια λευκή, άοσμη φυτική ουσία που βρίσκεται στους σπόρους των δημητριακών και της πατάτας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]