άνδηρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἄνδηρον

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνδηρο άνδηρα
γενική ανδήρου ανδήρων
αιτιατική άνδηρο άνδηρα
κλητική άνδηρο άνδηρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνδηρο < αρχαία ελληνική ἄνδηρον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άνδηρο ουδέτερο

  1. ανάχωμα, πρόχωμα
  2. (αρχιτεκτονική) επίπεδη επιφάνεια (ταράτσα, λιακωτό κ.ά.) που δημιουργείται με προσχώσεις σε επικλινές έδαφος
    Το διάσπαρτο αρχαίο υλικό καταγράφηκε, ώστε να αξιοποιηθεί στις εργασίες αναστήλωσης, ενώ μεταξύ των στόχων της μελέτης είναι να γίνει κατανοητή η κάτοψη του μνημείου, να γίνει προβολή των ανδήρων, της θεατρικότητας και της μνημειακότητας του ανακτόρου και να επισημανθεί διακριτικά η τρίτη διάσταση, η οποία θα αποδοθεί με την αποκατάσταση τεσσάρων κιόνων στο περιστύλιο της αυλής του Κτιρίου Ι και τριών ακόμα στη στοά του Προπύλου. (*)
  3. είδος τραπεζιού σε σχήμα Π, που χρησιμοποιείται σε τεκτονικά συμπόσια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]