άνετα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνετα < άνετος +

Επίρρημα[επεξεργασία]

άνετα

  1. με άνεση
  2. αναπαυτικά
  3. βολικά
  4. εύκολα
  5. ξεκούραστα
  6. ελεύθερα
  7. χωρίς οικονομικά προβλήματα
    Όταν γύρισε με την οικογένειά του στην Αθήνα πίστευε πως τα εισοδήματα από τα ακίνητα που είχε αγοράσει θα του φτάνανε να ζήσει άνετα. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

άνετα