άνθραξ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνθραξ < αρχαία ελληνική και (καθαρεύουσα) ἄνθραξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άνθραξ αρσενικό

  1. (χημεία) χημικό στοιχείο ο άνθρακας, το κάρβουνο
  2. (κτηνιατρική), (ιατρική): λοιμώδης εμπύρετη νόσος βοοειδών και προβάτων που μεταδίδεται και στον άνθρωπο που προκαλεί κακοήθεις αλλοιώσεις και φλύκταινες του δέρματος μέχρι και κακοήθη αποστήματα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]