άνοδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άνοδος άνοδοι
γενική ανόδου ανόδων
αιτιατική άνοδο ανόδους
κλητική άνοδε
άνοδο*
άνοδοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άνοδος < αρχαία ελληνική ἄνοδος < ὁδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άνοδος θηλυκό

  1. ανέβασμα, ανύψωση, πορεία προς τα πάνω
    • Το ένα ρεύμα κυκλοφορίας ενός δρόμου διπλής κατεύθυνσης
  2. (για μεγέθη) η αύξηση
    η θερμοκρασία θα παρουσίασει άνοδο
  3. (μεταφορικά) η αύξηση της δύναμης, της επιρροής, της ακτινοβολίας ενός κράτους, ενός πολιτισμού, μιας ιδεολογίας κλπ

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]