άξεστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἄξεστος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άξεστος άξεστη άξεστο
γενική άξεστου άξεστης άξεστου
αιτιατική άξεστο άξεστη άξεστο
κλητική άξεστε άξεστη άξεστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άξεστοι άξεστες άξεστα
γενική άξεστων άξεστων άξεστων
αιτιατική άξεστους άξεστες άξεστα
κλητική άξεστοι άξεστες άξεστα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άξεστος < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἄξεστος[1] < ἀ- + ξέω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.kse.stos/
συλλαβισμός: ά‐ξε‐στος

Επίθετο[επεξεργασία]

άξεστος, -η, -ο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]