Μετάβαση στο περιεχόμενο

άξονας

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Άξονας

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο άξονας οι άξονες
      γενική του άξονα των αξόνων
    αιτιατική τον άξονα τους άξονες
     κλητική άξονα άξονες
Κατηγορία όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άξονας < αρχαία ελληνική ἄξων

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

άξονας αρσενικό

  1. νοητή ευθεία γραμμή γύρω από την οποία κινείται ή βρίσκεται συμμετρικά κάποιο αντικείμενο
      Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
  2. (ανατομία) η απόφυση νευρικού κυττάρου που μεταδίδει παλμούς από το κύτταρο στο σώμα, νευράξονας
  3. (μεταφορικά) το επίκεντρο ενός θέματος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]