άορνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άορνος < αρχαία ελληνική άορνος < στερητικό α-+ όρνεον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άορνος, -η, -ο

μέρος ή τόπος χωρίς πουλιά

  1. Η Αχερουσία λίμνη, όπου τα πτηνά έπεφταν νεκρά λόγω αναθυμιάσεων.
  2. Η Άορνος Πέτρα σε οροπέδιο της Βακτριανής που κυρίευσε ο Μέγας Αλέξανδρος, όπου λόγω του υψομέτρου δεν πετοούσαν πουλιά.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]