άπιωτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική άπιωτος άπιωτη άπιωτο
γενική άπιωτου άπιωτης άπιωτου
αιτιατική άπιωτο άπιωτη άπιωτο
κλητική άπιωτε άπιωτη άπιωτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άπιωτοι άπιωτες άπιωτα
γενική άπιωτων άπιωτων άπιωτων
αιτιατική άπιωτους άπιωτες άπιωτα
κλητική άπιωτοι άπιωτες άπιωτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άπιωτος < α- (στερητικό) + πιωμένος + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άπιωτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει πιει
  2. αυτός που δεν καταναλώθηκε με πόση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]