άπληστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άπληστος άπληστη άπληστο
γενική άπληστου άπληστης άπληστου
αιτιατική άπληστο άπληστη άπληστο
κλητική άπληστε άπληστη άπληστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άπληστοι άπληστες άπληστα
γενική άπληστων άπληστων άπληστων
αιτιατική άπληστους άπληστες άπληστα
κλητική άπληστοι άπληστες άπληστα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άπληστος < αρχαία ελληνική ἄπληστος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άπληστος -η -ο

  • που χαρακτηρίζεται από τη διαρκή επιθυμία να αποκτά όλο και περισσότερα αγαθά χωρίς να ικανοποιείται ποτέ

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]