άποικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άποικος άποικοι
γενική αποίκου αποίκων
αιτιατική άποικο αποίκους
κλητική άποικε άποικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άποικος < ἄποικος < ἀπό + οἶκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άποικος αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο κάτοικος μιας αποικίας
    μετά τον Επταετή πόλεμο επιδεινώθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των Αμερικανών αποίκων και της Μεγάλης Βρετανίας
  2. αυτός που φεύγει από τη χώρα του για να ιδρύσει μαζί με άλλους μια αποικία
    δείτε τη λέξη: έποικος


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]