άπονος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ἄπονος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική άπονος άπονη άπονο
γενική άπονου άπονης άπονου
αιτιατική άπονο άπονη άπονο
κλητική άπονε άπονη άπονο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική άπονοι άπονες άπονα
γενική άπονων άπονων άπονων
αιτιατική άπονους άπονες άπονα
κλητική άπονοι άπονες άπονα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άπονος < αρχαία ελληνική ἄπονος < ἀ- + πόνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈa.pɔ.nɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άπονος, -η, -ο

  1. (παρωχημένο) που δεν καταβάλλει κόπο ή γίνεται εύκολα
    συνώνυμα: άκοπος
  2. που δεν λυπάται, δεν συμπονά

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]