άπωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άπωση απώσεις
γενική άπωσης
& απώσεως
απώσεων
αιτιατική άπωση απώσεις
κλητική άπωση απώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άπωση < αρχαία ελληνική ἄπωσις < ἀπό + ὠθέω/ὠθῶ (2.(σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά) répulsion)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άπωση θηλυκό

  1. (φυσική) η (αμοιβαία) δύναμη απώθησης δύο σωμάτων μεταξύ τους
    στον πόλο του μαγνήτη παρατηρείται το φαινόμενο της έλξης και της άπωσης
  2. (ψυχολογία) η απώθηση
    Σκηνές γεμάτες ευαισθησία, αγωνία, ενοχή, έλξη και άπωση, πάθος και μίσος φτιάχνουν το παζλ μιας συγκλονιστικής ιστορίας αναζητώντας όλα τα φώτα και τα σκοτάδια της μητρικής αγάπης. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]