άργητα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άργητα οι άργητες
      γενική της άργητας
    αιτιατική την άργητα τις άργητες
     κλητική άργητα άργητες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

άργητα < μεσαιωνική ελληνική

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άργητα θηλυκό

  1. καθυστέρηση, αργοπορία


Μεταφράσεις[επεξεργασία]