άρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρμα άρματα
γενική άρματος αρμάτων
αιτιατική άρμα άρματα
κλητική άρμα άρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

1 άρμα < μεσαιωνική ελληνική ἄρμα < λατινική arma
2, 3, 4 άρμα < αρχαία ελληνική ἅρμα (σημασιολογικό δάνειο από (γαλλικά) char)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaɾ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

άρμα ουδέτερο

  1. (συνήθως στον πληθυντικό: άρματα) όπλο
  2. δίτροχο όχημα που το σέρναν άλογα και χρησιμοποιόταν σε πολέμους, αγώνες ή παρελάσεις
  3. όχημα που παίρνει μέρος σε (μη στρατιωτικές) παρελάσεις ή εκδηλώσεις (π.χ. τις Απόκριες)
  4. (στρατιωτικός όρος) θωρακισμένο στρατιωτικό όχημα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: άρμα μάχης, τανκς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρμα άρμες
γενική άρμας αρμών
αιτιατική άρμα άρμες
κλητική άρμα άρμες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άρμα < ιταλική arma

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaɾ.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

άρμα θηλυκό