άρμεγμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρμεγμα αρμέγματα
γενική αρμέγματος αρμεγμάτων
αιτιατική άρμεγμα αρμέγματα
κλητική άρμεγμα αρμέγματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άρμεγμα < αρμέγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άρμεγμα ουδέτερο

  1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αρμέγω
  2. (συνεκδοχικά): εκμετάλλευση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]