Μετάβαση στο περιεχόμενο

άροτρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το άροτρο τα άροτρα
      γενική του άροτρου
& αρότρου
των άροτρων
& αρότρων
    αιτιατική το άροτρο τα άροτρα
     κλητική άροτρο άροτρα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
άροτρο με τέσσερα υνιά που έλκεται από τρακτέρ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άροτρο < αρχαία ελληνική ἄροτρον

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

άροτρο ουδέτερο

  • γεωργικό εργαλείο για το όργωμα
      Οι αγρότες χρησιμοποιούσαν το απαρχαιωμένο ησιόδειο άροτρο, που χάραζε την επιφάνεια του εδάφους σε βάθος μόλις τριών εκατοστών και δεν ανακάτευε καλά το έδαφος ώστε να ανανεωθούν οι δυνατότητές του. (Ευάγγελος Α. Χεκίμογλου, Η ιστορία της βιομηχανίας τροφίμων, εκδ. Κέρκυρα, 2006, σελ. 15)

Ταυτόσημα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]