άρπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άρπα άρπες
γενική άρπας αρπών
αιτιατική άρπα άρπες
κλητική άρπα άρπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άρπα < από τα αρχαία ελληνική ἇρπῶ (ελληνικά αρπάζω) και αρχαία ελληνική ἅρπη (είδος ορνέου, αρπακτικό). Και κατά Ησίοδο αρχαία ελληνική Ἅρπυιαι (ελληνικά Άρπυιες).

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈaɾ.pa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μια άρπα

άρπα θηλυκό

  1. (μουσικά όργανα) έγχορδο μουσικό όργανο, παίζεται με τη χρήση όλων των δακτύλων μιμούμενα αρπακτικό πτηνό και όχι με χρήση πένας όπως η λύρα.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

άρπα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]